- βοηλασία
- βοηλασία, η (Α) [βοηλάτης]1. αρπαγή βοδιών2. περιοχή όπου βόσκουν βόδια3. πάλη με ταύρο.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
βοηλασία — βοηλασίᾱ , βοηλασία driving of oxen fem nom/voc/acc dual βοηλασίᾱ , βοηλασία driving of oxen fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίᾳ — βοηλασίαι , βοηλασία driving of oxen fem nom/voc pl βοηλασίᾱͅ , βοηλασία driving of oxen fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίας — βοηλασίᾱς , βοηλασία driving of oxen fem acc pl βοηλασίᾱς , βοηλασία driving of oxen fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίαι — βοηλασία driving of oxen fem nom/voc pl βοηλασίᾱͅ , βοηλασία driving of oxen fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίαν — βοηλασίᾱν , βοηλασία driving of oxen fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίην — βοηλασία driving of oxen fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίης — βοηλασία driving of oxen fem gen sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοηλασίῃ — βοηλασία driving of oxen fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)